ρυζώ

-έω, Α
βλ. ῥύζω*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρύζω — και ῥυζῶ, έω, Α 1. (κατά το λεξ. Σούδα) ράζω, γρυλλίζω ή γαβγίζω 2. (για γεράκι) κρώζω, κράζω 3. (κατά τον Ησύχ.) α) «ῥύζουσι διαμωκῶνται, μισοῡσι, γογγύζουσι» β) «ῥυζῶν πενθῶν διὰ τὸ τοὺς πενθοῡντας ἄναυδόν τινα ἦχον προφέρειν». [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ.… …   Dictionary of Greek

  • επιρρύζω — ἐπιρρύζω (Α) [ρύζω] (κυρίως για σκυλιά) προτρέπω, εξεγείρω, ερεθίζω εναντίον κάποιου («κᾆθ’ ὅταν οὗτός γ’ ἐπισίξῃ ἐπὶ τῶν ἐχθρῶν τιν’, ἐπιρρύξας ἀγρίως αὐτοῑς ἐπιπηδᾷς», Αριστοφ.) …   Dictionary of Greek

  • ράζω — Α 1. (για σκύλο) γρυλίζω ή γαυγίζω 2. μτφ. (για πρόσ.) φωνάζω δυνατά εναντίον κάποιου, εναντιώνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. έχει σχηματιστεί με ονοματοποιία όπως και τα συνώνυμα τού ρύζω* και ἀράζω* (II)] …   Dictionary of Greek

  • ρόζω — Α βλ. ῥύζω …   Dictionary of Greek

  • ρύζημα — τὸ, Μ [ῥυζῶ] το ρουθούνισμα, το χλιμίντρισμα του αλόγου …   Dictionary of Greek

  • τονθορισμός — και τονθορυσμός, ο, ΝΑ, και τονθρυσμός Α [τονθορίζω / τονθ(ο)ρύζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού τονθορίζω …   Dictionary of Greek

  • reu-1, rēu-, rū̆ - —     reu 1, rēu , rū̆     English meaning: to roar, murmur, etc.. (expr.), onomatopoeic words     Deutsche Übersetzung: Schallwurzel “brũllen, heisere Laute ausstoßen”; “brummen, murren”     Material: O.Ind. rü u ti, ruváti, ravati “bellow, roar …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.